Είναι Σεπτέμβριος του 1998. Ο τότε ιδιοκτήτης της ομάδας Νίκος Παπανικολάου έχει πετύχει να ανατρέψει προσωρινά το εις βάρος του κλίμα και η ομάδα έχει θεωρητικά ενισχυθεί σημαντικά στην προσπάθεια της να κάνει ξανά πρωταθλητισμό καθώς ήδη διανύει την Τρίτη χρονιά της στην δεύτερη κατηγορία.

Είναι μια εποχή όπου όλα προσπαθούν να ξαναφανούν δυνατά και ικανά όμως στην πραγματικότητα είναι σάπια και χαλασμένα. Μικρά σημάδια παίζουν με τα νεύρα μας όπως η βλάβη ενός από τα λεωφορεία στην εκδρομή της πρώτης αγωνιστικής την προτελευταία μέρα του Αυγούστου με τον Αθηναϊκό στο ισόπαλο 1-1. Ακολούθησε μια λευκή ισοπαλία στο Αλκαζάρ με την Αναγέννηση Καρδίτσας και τώρα βρισκόμαστε πριν τον αγώνα στις Σέρρες με τον Πανσερραϊκό. Οι συμμετοχές είναι πολύ λίγες μέχρι το απόγευμα του Σαββάτου, ο κόσμος ξεφουσκώνει εύκολα γιατί διαισθάνεται πώς η ομάδα δεν έχει τα θεμέλια να πρωταγωνιστήσει . Εμείς έχουμε πεισμώσει και θεωρούμε απαραίτητη την παρουσία μας. Δυνατότητα να αναλάβει οικονομικά την εκδρομή ο σύνδεσμος έστω και με 25 συμμετοχές δεν υπάρχει : οι καιροί είναι απίστευτα δύσκολοι, τα κουκιά μετρημένα και η Βυσσινί φωλιά μένει ανοιχτή από θαύματα και μαγικά. Τα τηλέφωνα μεταξύ μας ανάβουν, η επιμονή τελικά νικά και ένα λεωφορείο ξεκινά την τελευταία στιγμή οπλισμένο με την πίστη πώς θα δικαιωθεί για την προσπάθεια από ένα απροσδόκητα καλό αποτέλεσμα. Το ταξίδι έχει αρκετές δυσκολίες : είναι η περίοδος που συχνά ταξιδεύουμε με «ετοιμοθάνατα» λεωφορεία και στη διαδρομή μετά την Θεσσαλονίκη οι κατηφόρες χρησιμοποιούνται σαν ….ωθήσεις για να τα καταφέρουμε στις ανηφόρες. Ευτυχώς έχουμε προνοήσει ξεκινώντας πολύ νωρίς και υπάρχει άφθονος χρόνος. Λίγο έξω από την πόλη των Σερρών συναντιούνται μαζί μας κάποιοι ακόμα που ταξίδεψαν με τα αυτοκίνητά τους. Πριν την είσοδο στην πόλη η αστυνομία των Σερρών αναλαμβάνει να μας σπάσει τα νεύρα γυρίζοντας μας για αρκετή ώρα γύρω από το γήπεδο χωρίς φανερό λόγο. Όταν επιτέλους μπαίνουμε στο πέταλο που προορίζεται για τους φιλοξενούμενους ο αγώνας έχει αρχίσει. Χωρίς χρονοτριβή ξεκινάμε τα συνθήματα όμως πριν καλά καλά ο ήχος φτάσει στο γήπεδο βρισκόμαστε να χάνουμε.

“‘Έξω απο τις Σέρρες, 19 Σεπτεμβρίου 1998

Η ομάδα είναι πολύ κακή, το χειρότερο όμως είναι πως εμφανίζεται προκλητικά αδιάφορη. Οι φωνές και τα συνθήματα κρατούν λίγα λεπτά μετά το δεύτερο τέρμα καθώς οι γηπεδούχοι δεν συναντούν αντίσταση. Ο ήλιος πέφτει βαρύτερος πάνω στα κεφάλια μας που έχουν γεμίσει θυμό, απογοήτευση, κούραση… Οι προστριβές με τους ποδοσφαιριστές εντείνονται στο ημίχρονο όταν αναπληρωματικοί προθερμαίνονται μέσα σε ένα κομμάτι σκιάς που υπάρχει κοντά στην γραμμή του πλαγίου άουτ. Ο έλεγχος αρχίζει να χάνεται και οι λεκτικές επιθέσεις γίνονται προσωπικές. Το δεύτερο ημίχρονο είναι μια μαρτυρική τυπική διαδικασία για όλους μας, ενώ τα πρώτα σχέδια για καρτέρι έχουν αρχίσει να ζωντανεύουν. Μετά τον αγώνα, κάνουμε μια στάση για νερά και φαγητό λίγο έξω από την πόλη χωρίς ακόμα να έχουμε κατασταλάξει τι ακριβώς θα κάνουμε τελικά. Μόλις όμως ακούγονται κάποιες φωνές ότι έρχεται το λεωφορείο της ομάδας, όλοι αυτόματα πεταγόμαστε στο δρόμο μπροστά του. Ο οδηγός συνεχίζει να πλησιάζει και τελικά πανικόβλητος μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα για να μας αποφύγει. Εκείνη την στιγμή κάποιος από’ μας βουτά μπροστά στις ρόδες αφήνοντας ελάχιστο χώρο. Ο οδηγός τον αποφεύγει για χιλιοστά, το λεωφορείο τρέμει ακριβώς στην άκρη του δρόμου πριν ξεφύγει και γυρίσει ανάποδα στα χωράφια και τελικά μετά από λίγα μέτρα μπαίνει στο κανονικό ρεύμα και εξαφανίζεται. Όλοι μας παγώσαμε όταν καταλάβαμε πώς θα μπορούσαμε εκείνη την στιγμή να σκοτώσουμε ποδοσφαιριστές αν τελικά το λεωφορείο ξέφευγε… Το επόμενο μεσημέρι, σε «ταχυφαγείο» της Νεάπολης, ιδιοκτησία διοικητικού της ΠΑΕ, ο Παπανικολάου έκανε τα παράπονα του σε μέλη του συμβουλίου του συνδέσμου με την απορία αν θέλαμε να σκοτώσουμε την ομάδα. Αυτός ο ακήρυχτος πόλεμος που διένυε απλά μια κατάπαυση του πυρός ήταν έτοιμος να ξεσπάσει και έτσι άλλωστε θα γινόταν με το καθεστώς Παπανικολάου στην εξέλιξη της ντροπιαστικής εκείνης χρονιάς. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…