Αρχές Νοεμβρίου 1999 η ΑΕΛ πορεύεται υπό το καθεστώς Μπατατούδη. Η αναγκαστική λύση της παρουσίας του πριν την ολική καθίζηση της ομάδας έχει μπερδέψει τον κόσμο που από τη μια αρρωσταίνει στη σκέψη της κοινής ιδιοκτησίας με τον ΠΑΟΚ, και από την άλλη ονειρεύεται την επιστροφή στην κατηγορία των μεγάλων.

ΟΙ Βυσσινί μετά την λευκή εντός έδρας ισοπαλία στο Αλκαζά με το Αιγάλεω μπροστά σε 9000 θεατές, ταξιδεύουν στο Αίγιο για ένα θετικό αποτέλεσμα που θα τους φέρει ακόμα πιο κοντά στην κορυφή. Ένα λεωφορείο με τριάντα αποφασισμένους οπαδούς ξεκινά πολύ νωρίς το πρωί από το γνώριμο σημείο του κέντρου. Συνοδεύεται από ένα πολύ χαρακτηριστικό αυτοκίνητο : ο οδηγός του έχει την τυπική αμφίεση θαμώνα του “Φαλήρου” και είναι άλλωστε βασικός παρόντας στο Φάληρο. Ο Γιάννης Καλαμάρας μετά την συνηθισμένη του ολονυχτία σπεύδει απ’ ευθείας στην αφετηρία και συνοδεύει το λεωφορείο. Αρχίζοντας την ανάβαση στον Μπράλο ο καιρός έχει αρχίσει να δείχνει τα δόντια του : πίσω από κάθε νέα στροφή περιμένει και μια νέα επιδείνωση και το αδύναμο λεωφορείο αρχίζει να συναντά δυσκολίες. Στη μέση του πουθενά ο Καλαμάρας κάνει σινιάλο να σταματήσει το λεωφορείο : ζητά ένα κασκόλ και το δένει σε ένα δέντρο γιατί στην περιοχή είχε σκοτωθεί ένας δικός μας. Όσο η ώρα περνά η βροχή και ο αέρας δυναμώνουν η καθυστέρηση μεγαλώνει και ο φόβος να μην προλάβουμε το καράβι στον Άγιο Νικόλαο που θα μας περάσει απέναντι στο Αίγιο, αυξάνεται. Ο Καλαμάρας φεύγει μπροστά, το λεωφορείο συνεχίζει να παλεύει με τον καιρό στα βουνά, η επικοινωνία με τα κινητά είναι συχνή. Κάνουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε όμως ο χρόνος μοιάζει να κυλά πιο γρήγορα από το φυσιολογικό. Ο Καλαμάρας τηλεφωνεί μόλις φτάνει στο λιμάνι για να μας καθησυχάσει πως τους ενημέρωσε ότι φτάνουμε. Εμείς είμαστε ακόμα μακριά. Τα τηλεφωνήματα δίνουν και παίρνουν, το άγχος αρχίζει να αυξάνεται καθώς σε λίγα λεπτά είμαστε εκπρόθεσμοι και αν το καράβι φύγει, χάνουμε τον αγώνα. Οι κουβέντες του Καλαμάρα στο τηλέφωνο είναι “τους κρατάω, αλλά κάντε γρήγορα”. Μετά από αρκετά αγωνιώδη λεπτά βγαίνουμε στην κατηφόρα για το λιμάνι αφού η τυπική ώρα της αναχώρησης έχει περάσει. Έκπληκτοι βλέπουμε το αυτοκίνητο του Καλαμάρα παρκαρισμένο μισό στην αφετηρία του καταστρώματος και μισό στο λιμάνι. Η ανακούφιση μπορεί να περιμένει : Επιβιβαζόμαστε γρήγορα και το πλοίο φεύγει. Η θάλασσα κουνά αρκετά, ο αέρας δεν εμποδίζει τα καπνογόνα να ανάψουν στο κατάστρωμα καθώς αγγίζουμε σχεδόν το Αίγιο. Το λεωφορείο αρχίζει να σκαρφαλώνει στην κωμόπολη για το γήπεδο και έκπληκτοι θαμώνες στις καφετέριες προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς είμαστε. Στην είσοδο του γηπέδου μαθαίνουμε πως είμαστε οι πρώτοι οπαδοί φιλοξενούμενης ομάδος που βλέπουν στο Αίγιο. Ο λυσσασμένος αέρας εμποδίζει ακόμα και την τοποθέτηση των πανό. Αρκετή ώρα πριν την έναρξη φτάνει και μια μεγάλη ομάδα από τον σύνδεσμο στην Αθήνα. Στο γήπεδο ο κόσμος αρχίζει να πυκνώνει ενώ το κρύο ευνοεί τις επισκέψεις στο κυλικείο : εκεί μπορείς να βρεις τσάϊ με κονιάκ και βότκα πορτοκάλι! Ο αγώνας αρχίζει με τις φωνές μας να μη σταματούν και η επιθετική πρωτοβουλία της ομάδας φέρνει γρήγορα το 0-1. Η μπάλα ανεβοκατεβαίνει γρήγορα, οι άμυνες είναι ανοιχτές και ο αγώνας πλούσιος και ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχουν και κάποιες μικροσυμπλοκές με διπλανούς μεσήλικες Αιγιώτες που ενοχλούνται από συνθήματα. Το Αίγιο ισοφαρίζει, η ΑΕΛ απαντά με νέο γκολ, όμως η συνέχεια δεν είναι το ίδιο καλή : προδομένη από την άμυνά της ισοφαρίζεται και τελικά δέχεται και τρίτο τέρμα. Ο αγώνας λήγει τελικά 3-2. Το επόμενο άσχημο νέο είναι ότι λόγω της επιδείνωσης του καιρού απαγορεύεται ο απόπλους από το λιμάνι. Ακολουθούμε αναγκαστικά τη λύση “Ρίο - Αντίρριο” και πάνω στο καράβι βλέπουμε πλανόδιος τσιγγάνους μουσικούς να παίζουν τον ύμνο της ΑΕΛ για να διασκεδάσουμε την πίκρα μας. Το ταξίδι της επιστροφής μέσα στο σκοτάδι και την καταρρακτώδη βροχή είναι αργό και επίπονο και μοιάζει να μην τελειώνει ποτέ. Αυτό που όμως μοιάζει περισσότερο από όλα να μην τελειώνει ποτέ είναι η πορεία των Βυσσινί προς αυτό που θέλαμε να γίνουν…