Μερικές ιστορίες είναι τόσο ιδιαίτερες, μοναδικές, ξεχωριστές και  άδικες που σε αναγκάζουν να ξεκινήσεις από το τέλος τους, όσο δύσκολο κι αν είναι αυτό… Λίγο πριν το μεσημέρι του Σαββάτου 13 Σεπτεμβρίου 1997 ο Γιώργος Μητσιμπόνας αναχωρεί μαζί με το Νίκο Μίχο από τη Λάρισα μετά το τέλος της προπόνησης με τα παιδιά της ακαδημίας ποδοσφαίρου του ΑΟΔ Λάρισας για τον Τύρναβο. Εκεί επρόκειτο να αναχωρήσουν με την ομάδα της Α.Ε. Τυρνάβου για την Κοζάνη όπου είχε προγραμματιστεί φιλικό παιχνίδι με την τοπική ομάδα.

Οι περίεργες συγκυρίες που προετοιμάζουν πάντα μια τεράστια συμφορά ήταν εκεί για να παίξουν τον ανεξήγητο ρόλο τους. Ο Γιώργος είχε ξεχάσει κάποια  χαρτιά που έπρεπε να φωτοτυπήσει και να τα δώσει πίσω. Γύρισαν πίσω κι εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης έχασαν το πούλμαν της αποστολής. Στη Γιάννουλη σταμάτησαν να βάλουν βενζίνη για να αποφύγουν στη συνέχεια άλλες στάσεις στο δρόμο. Ο Γιώργος προσφέρθηκε να ξεκουράσει το Νίκο Μίχο που ήταν δύο μερόνυχτα στο τιμόνι και κάθησε στη θέση του οδηγού αναλαμβάνοντας το μοιραίο ‘Opel’. Ούτε καν ένα χιλιόμετρο έξω από τη Γιάννουλη ένα αγροτικό που βγήκε από το χωματόδρομο στον κεντρικό, δεν άφησε πολλά περιθώρια: ο Γιώργος προσπάθησε να το αποφύγει όμως βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούστηκε σφοδρά με άλλο αγροτικό όχημα.

Όλοι τους τραυματίστηκαν όμως ο Γιώργος πιο σοβαρά. Μεταφέρεται αμέσως στον Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρισας. Από εκεί ο διεθνής αμυντικός οδηγείται κατευθείαν στο χειρουργείο λόγω της σοβαρότατης κατάστασης της υγείας του. Πριν καν αρχίσει η εγχείρηση ο μεγάλος Γιώργος αφήνει την τελευταία του πνοή στο χειρουργικό κρεβάτι. Ο κ. Αγορογιάννης, διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του Νοσοκομείου, ανέφερε πως ο θάνατος του προήλθε από τα πολλαπλά κατάγματα και την εσωτερική αιμορραγία. Τραγικές φιγούρες στο χώρο του νοσοκομείου η σύζυγός του Βάσω και οι δύο κόρες του που ξεσπούν σε λυγμούς μόλις οι γιατροί ανακοινώνουν το θάνατο του Γιώργου. Στο μεταξύ η αποστολή της ΑΕΤ που έχει αναχωρήσει χωρίς τον Γιώργο σταθμεύει προσωρινά στα Σέρβια. Ο ποδοσφαιριστής Στ. Γκουντελίτσας σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον πατέρα του πληροφορείται το τραγικό γεγονός και ενημερώνει τον προπονητή του Μιχ.Ζιώγα και τον γενικό αρχηγό Αλ.Μπότη. Η είδηση επιβεβαιώνεται μετά από επικοινωνία με συγγενείς του Μητσιμπόνα, τα μάτια δακρύζουν και υπόσχονται όλοι να μην ξεχάσουν ποτέ τον αρχηγό τους: το φιλικό φυσικά ματαιώνεται και η αποστολή επιστρέφει στον Τύρναβο κάτω από  τη σκιά της τεράστιας απώλειας…
Η Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 1997 είναι μια βαριά και σκληρή μέρα: η θεσσαλική γη ανοίγει τα σπλάχνα της για να δεχθεί τον απόλυτο ποδοσφαιρικό ήρωα και αρχηγό. Ένα πλήθος επώνυμων και ανώνυμων συνοδεύει τον Γιώργο μην πιστεύοντας τον άδικο χαμό του. Εκείνη την ημέρα η μεγάλη αγάπη του η ΑΕΛ κερδίζει 2-3 τον Λεβαδειακό σπρωγμένη από το βάρος του χαμού του: ο αρχηγός έφυγε νικητής… Ο Γιώργος Μητσιμπόνας ήταν ένα περήφανο σκληροτράχηλο παιδί από την Τσαριτσάνη. Έπαιζε στην ομάδα του χωριού του, τον Οικονόμο  και από νωρίς έδειξε πως ήταν γεννημένος για περισσότερα και μεγαλύτερα. Γρήγορα τον ξεχώρισε η Ένωση Ποδοσφαιρικών Σωματείων και έγινε βασικό στέλεχος της μικτής με την φανέλα της οποίας αγωνίστηκε και στο εξωτερικό. Ήταν τότε μόλις 17 χρονών και η φυσιογνωμία του ξεχώριζε ήδη αισθητά.12-11-2009 9;20;54 μμ.jpg
Η ΑΕΛ αρχίζει να δείχνει ενδιαφέρον για τον νεαρό άσσο. Μετά από σκληρές και περιπετειώδεις διαβουλεύσεις ο Γιώργος σε ηλικία 19 χρονών υπογράφει επαγγελματικό συμβόλαιο το 1981 επί διοικήσεως Σίμου Παλαιοχωρλίδη. Ο προπονητής της ΑΕΛ τότε, Αντώνης Γεωργιάδης, χρησιμοποίησε αρχικά τον Γιώργο στη θέση του σέντερ-φορ και η παρθενική του εμφάνιση με τη Βυσσινί Φανέλα έγινε στις 10 Ιανουαρίου 1982 στα Γιάννινα με αντίπαλο  τον ΠΑΣ. Στις 7 Φεβρουαρίου η ΑΕΛ κερδίζει 1-0 στη Ρόδο και ο Μητσιμπόνας πετυχαίνει το παρθενικό του γκολ στην Α’ Εθνική. Το επόμενο καλοκαίρι ο Νίκος Αργυρούλης διαφωνεί με τη διοίκηση του Αδάμου Τσιάχα και φεύγει για τον Ολυμπιακό. Ο Γιάτσεκ Γκμόχ καθιερώνει τον νεαρό Τσαριτσανιώτη στη θέση του κεντρικού αμυντικού και αποκαλύπτεται το τεράστιο ποδοσφαιρικό του ταλέντο και η ηγετική του υπόσταση. Δημιουργεί ένα αξεπέραστο δίδυμο στο κέντρο της άμυνας της μεγάλης ΑΕΛ με τον Γιάννη Γκαλίτσιο και αποτελεί απαραίτητο στέλεχος της ομάδας που γράφει χρυσές σελίδες ποδοσφαιρικής ιστορίας. Το 1985 σηκώνει το Κύπελλο Ελλάδας και το 1988 με το δικό του απίστευτο γκολ -ένα γκολ που πραγματικά συμπυκνώνει σε μια στιγμή όλη την ιστορία της ΑΕΛ- απέναντι στον Ηρακλή, σφραγίζει την κατάκτηση του τίτλου για τη μεγάλη του αγάπη και γράφει μια απίστευτη, μοναδική ιστορία. Το 1989 μετά την αποχώρηση της διοίκησης Καντώνια, ο διεθνής πια Γιώργος σε ηλικία 27 ετών εγκαταλείπει την ΑΕΛ και υπογράφει στον ΠΑΟΚ. Μετά από τρία χρόνια καταλήγει στον Ολυμπιακό. Το 1996 επιστρέφει τελικά στην αγαπημένη του ΑΕΛ, όμως τη βρίσκει βαριά άρρωστη, σε μια καθοδική πορεία δύσκολη να ανακοπεί. Αγωνίζεται για δύο χρόνια και τελικά μετακομίζει στην ΑΕΤ μετά από εισήγηση του τότε προπονητή της ΑΕΛ, Γιώργου Φοιρού, να απομακρυνθεί από την ομάδα.
Συνολικά με την ΑΕΛ είχε 344 συμμετοχές και 38 γκολ. Πέρα όμως από τους αριθμούς των στατιστικών ο Γιώργος είναι ένα ασύγκριτο σύμβολο που δεν μπορεί να αγγίξει ο χρόνος. Υπερβατικός από τη φύση του και φτιαγμένος από αυτό το μοναδικό υλικό των ηρώων δε φοβήθηκε ποτέ αντίπαλο : κι αυτοί όλοι τους είχαν δύο πόδια. Με ψυχή λιονταριού και νοοτροπία νικητή, γεννημένος περήφανος, έγινε ο απόλυτος αρχηγός μιας ομάδας ιδανικής να αναδείξει μια προσωπικότητα μεγαλύτερη από την πραγματικότητα γύρω της. Η μνήμη του Γιώργου χρειάζεται σήμερα περισσότερο από ποτέ για να γίνουμε ξανά όλοι μας, ο καθένας στη θέση του, υπερβατικοί, περήφανοι, νικητές και αληθινοί. Μην έχοντας δυστυχώς την ευκαιρία να πλουτίσουμε την παρουσίαση αυτή με τα δικά του λόγια σήμερα, κλείνουμε με τις κουβέντες του πριν φύγει από την ΑΕΛ το καλοκαίρι του 1989: «Ποτέ δεν ήθελα να φύγω. Αγάπησα και αγαπώ αυτή την ομάδα. Όνειρο είχα να φορέσω τη φανέλα και δε θέλω να την αποχωριστώ. Συγκυρίες όμως και κάποια άλλα με αναγκάζουν να φύγω. Βαριά είναι η καρδιά μου, βαριά θα είναι και τα βήματά μου έξω από το Αλκαζάρ…»